ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

    ΚΔΤΤΠΠΣ
    1 2 3 4 5 6
    7 8 9 10 11 12 13
    14 15 16 17 18 19 20
    21 22 23 24 25 26 27
    28 29 30 31

    13/09/2015


    Απάντηση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, Στάθη Λιβαθινού στο από 11-9-2015 Δελτίο Τύπου του Διοικητικού Συμβουλίου

    Πλέον των όσων ανέφερα στην από 11-9-2015 επιστολή μου,  όπως έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο του Εθνικού Θεάτρου (κατηγορία «ΝΕΑ»),   σε απάντηση του από 11-9-2015   Δελτίου Τύπου  του ΔΣ, προσθέτω τα εξής:

    Λυπούμαι εξαιρετικά σε μια δύσκολη εποχή για την κοινωνία και τον πολιτισμό να εξαπολύονται ύβρεις έως συκοφαντίες προσωπικά εναντίον μου από το ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου (θέλω να πιστεύω όχι ομόφωνα), αποδίδοντας σε εμένα «αλαζονική συμπεριφορά», «διάθεση επιβολής μου στο ΔΣ»,  «δίψα για εξουσία», «παιδικές ασθένειες της εξουσίας που κουβαλώ» αλλά και  «ψέματα που λέω».

    Κύριο βέβαια επιχείρημα εναντίον μου είναι η θέση μελών του ΔΣ περί «υπερεξουσιών» του Καλλιτεχνικού Διευθυντή. Το επιχείρημα είναι καταγέλαστο, εφόσον ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής  μετέχει στο ΔΣ, χωρίς δικαίωμα ψήφου στις αποφάσεις.

    Αλήθεια ποια είναι η υπερεξουσία που άσκησα αυτούς τους τέσσερις μήνες που βρίσκομαι στη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή; Αντίθετα, προκειμένου να εφαρμόσω την αιχμή του καλλιτεχνικού προγράμματός μου για τη σαιζόν 2015-2016, μιας και το ρεπερτόριο ήταν ήδη σχεδόν προγραμματισμένο από την προηγούμενη καλλιτεχνική διεύθυνση, κάτι που το σεβάστηκα, εισηγήθηκα επανειλημμένως στο ΔΣ την ανάληψη καθηκόντων για ένα χρόνο του Διευθυντή της Σχολής και μάλιστα με ρητή μου δέσμευση, πως δεν θα σκηνοθετήσω στις σκηνές το Εθνικού Θεάτρου για αυτή την περίοδο, ώστε να μπορέσω απρόσκοπτα να αφοσιωθώ στο πρόγραμμα σπουδών της Σχολής και στη δουλειά με τους νέους ηθοποιούς και τους νέους σκηνοθέτες.

    Έτσι ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής: α) θα έδινα το σήμα προς την κοινωνία ότι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Θεάτρου θέτει ως προτεραιότητα την ποιοτική αναβάθμιση των σπουδών της Σχολής, β) θα έπαιρνα ο ίδιος την ευθύνη, όπως εξ άλλου λέει ο νόμος, των όποιων αλλαγών χρειάζονταν, γ) θα μπορούσε έτσι να εξασφαλιστεί μια γενναιόδωρη χορηγία στη μνήμη ενός ανθρώπου, που πιστεύω ότι το Εθνικό Θέατρο χρωστάει πολλά, του Νίκου Κούρκουλου, που θα βοηθούσε στη λειτουργία του Τμήματος Σκηνοθεσίας και συνακόλουθα τη μεταστέγαση της Σχολής στο Σχολείο Ειρήνης Παπά.
     
    Είναι περισσότερο από σαφές, ακόμα και για τον πιο ανύποπτο, πως δεν πρόκειται για διάθεση συγκέντρωσης εξουσιών, παρά για συγκεκριμένο πρόγραμμα, που προβλέπει πάθος αλλά και αγάπη προς την εκπαιδευτική πλευρά του Θεάτρου. Για πρώτη φορά πιστεύω στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου, αντί να εγκρίνεται από το ΔΣ ένα θέμα, το οποίο δικαιούμαστε να γνωρίζουμε εγώ και οι συνεργάτες μου καλύτερα από εσάς, και έχει αμιγώς καλλιτεχνικό χαρακτήρα,  επιμείνατε με διάτρητα επιχειρήματα και ξοδέψαμε πέντε συνεχείς συνεδριάσεις, προσπαθώντας να σας πείσουμε για τα αυταπόδεικτα. Σας θυμίζω ότι οι προτάσεις μου είχαν άμεση στήριξη από μέλη του ΔΣ και εντέλει μετά την παρελκυστική τακτική σας, να ζητάτε νομοθετική κάλυψη για κάτι το οποίο ήταν σαφέστατα ορισμένο από το νόμο, καταψηφίσατε –όχι ομόφωνα- την πρότασή μου να λειτουργήσω τη Σχολή, όπως έχουμε προγραμματίσει, και σχεδιάσει με τον Αναπληρωτή Καλλιτεχνικό Διευθυντή και στενό συνεργάτη μου κ. Θεόδωρο Αμπαζή. Οφείλατε να γνωρίζετε τη θητεία μου στο Θέατρο, στο χώρο της εκπαίδευσης αλλά και ειδικότερα στην εκπαίδευση νέων Ελλήνων Σκηνοθετών, που έγινε για πρώτη φορά από εμένα, στα πλαίσια του Εργαστηρίου Σκηνοθεσίας και Υποκριτικής της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, από όπου αποφοίτησαν νέοι ταλαντούχοι σκηνοθέτες το 2004, ενεργοί σήμερα στο επάγγελμα. Αρνηθήκατε κατά πλειοψηφία την έναρξη λειτουργίας του τμήματος σκηνοθεσίας με το σκεπτικό του απροετοίμαστου καλλιτεχνικού διευθυντή και των συνεργατών του, στο πρόγραμμα σπουδών, ενώ στην πραγματικότητα εσείς είστε απροετοίμαστοι να δεχτείτε τις τομές και την λειτουργία της Σχολής, που σας προτείνω.

    Εξ αρχής αναφερόσασταν στον περιορισμό των υπερεξουσιών του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, όπως έχετε επιβεβαιώσει και σε δημόσιες δηλώσεις. Συνεπώς η αντίθεσή σας δεν είναι στο πρόσωπό μου, αλλά στον ίδιο το θεσμό που υπηρετώ και στις υπερεξουσίες που εσείς υποστηρίζετε ότι έχει. Για να κλείσει το θέμα των υπερεξουσιών, σας λέω ότι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής δεν έχει «υπερεξουσίες», έχει «υπερκαθήκοντα» και κυρίως «υπερευθύνες». Οι αρμοδιότητες τα καθήκοντα και οι ευθύνες σας, ως μελών του ΔΣ, είναι εντελώς διακριτά από τα καθήκοντα και τις ευθύνες του Καλλιτεχνικού Διευθυντή και αυτό πρέπει να γίνεται σεβαστό. Ένα  Εθνικό Θέατρο λειτουργεί με τις ισχύουσες διατάξεις και όχι με την προοπτική μιας μελλοντικής αλλαγής του νόμου.

    Αναρωτιέστε στο Δελτίο Τύπου, εάν για τη λειτουργία το τμήματος σκηνοθεσίας απαιτείται νόμος ή αρκεί η απόφαση του ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου;
    Eίναι δυνατόν;  Το Π.Δ.336/1989 είναι σαφές «Το τμήμα σκηνοθεσίας περιλαμβάνεται από το έτος 1989 επίσημα στη Σχολή και μπορεί να λειτουργεί με απόφαση του ΔΣ».

    Αναφέρετε « ..το ζήτημα είναι σοβαρό, θέλει μελέτη». Πόσο πιο σοβαρό θα μπορούσε να είναι, από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής το θέτει ως μία από τις προτεραιότητες του Εθνικού Θεάτρου, έχοντας ο ίδιος μάλιστα υπηρετήσει επί έτη αυτό το σκοπό;  

    Λέτε “ώστε να διασφαλιστεί το κύρος του Εθνικού θεάτρου από μια τέτοια απόφαση”. Σας απαντώ: Πάντως όχι με προσβολές του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του.. Το κύρος ενός Εθνικού Θεάτρου εξασφαλίζεται με τις θαρραλέες τομές, επιστημονική γνώση που -δόξα τω Θεώ- διαθέτουμε και επαφή με τα αιτήματα των καιρών. Όσον αφορά στην «εγκυρότητα» που αναφέρετε του νέου τμήματος, όπως μαθήματα, περίγραμμα ύλης, εισακτέοι, ο νόμος  αφήνει σε εμάς και στην ευθύνη του Καλλιτεχνικού Διευθυντή και των συνεργατών του να εφαρμόσουμε ό,τι δεν έχει προσδιοριστεί. Δεν είναι μία πανεπιστημιακή Σχολή, είναι καλλιτεχνική Σχολή και  όπως έχει εκπαιδεύσει μέχρι σήμερα σπουδαίους ηθοποιούς, θα εκπαιδεύσει και σπουδαίους θεατρικούς σκηνοθέτες. Ως άνθρωποι, που ασχολείστε με την Τέχνη, οφείλατε να ξέρετε ότι οι Καλλιτεχνικές Σχολές χτίζονται με το χρόνο, προηγείται η λειτουργία τους και ακολουθούν οι ρυθμιστικοί νόμοι. Εν προκειμένω η Σχολή λειτουργούσε πλέον των 80 ετών, όταν εκδόθηκε ο ισχύων οργανισμός λειτουργίας της με το ΠΔ του 1989. Ως ζωντανό κύτταρο η Σχολή χτιζόταν μέσα στο χρόνο μέχρι να διατυπωθούν οι όροι του ισχύοντος Πρ. Διατάγματος 336 του έτους 1989.  

    Λέτε: «..συμφωνήσαμε να γίνει ανοικτή προκήρυξη,  προκειμένου να γίνει από επιτροπή η επιλογή του κατάλληλου προσώπου για τη θέση αυτή,  κάτι που στην τελευταία μας συνεδρίαση αρνήθηκε, ενώ είχε συμφωνήσει αρχικά ο κ. Λιβαθινός..»

    Ακριβώς αυτό έκανα. Δεν διαφωνώ επί της αρχής με τις προκηρύξεις, αλλά οι προκηρύξεις θέλουν χρόνο, το μέλλον όμως τρέχει, η Σχολή πρέπει να λειτουργήσει και έκρινα και κρίνω ότι οι αλλαγές θα μπορούσαν να γίνουν άμεσα. Άλλωστε είχαμε όλοι συμφωνήσει ότι θα πάρει πολλούς μήνες μια τέτοια επιλογή προκήρυξης. Πώς θα διοικείται η Σχολή εν τω μεταξύ;

    Αν υπήρχε καλή πίστη και εμπιστοσύνη σε εμένα, πολλά από αυτά τα ζητήματα, θα είχαν λυθεί άμεσα, όπως άλλωστε γινόταν και στο παρελθόν μεταξύ Καλλιτεχνικών Διευθυντών και μελών ΔΣ.

    Λέτε για τις χορηγίες: «είναι ανακριβές και ψευδές ότι το Διοικητικό Συμβούλιο έχει αρνηθεί χορηγίες προς το Εθνικό Θέατρο». Το θέμα των χορηγιών όπως το ανέφερα στη Συνέντευξη Τύπου δεν ήταν ότι είπατε όχι στις χορηγίες. Το ζήτημα που ανέκυψε ήταν ο τρόπος χειρισμού του θέματος των χορηγιών, που τις έθεσε σε κίνδυνο ματαίωσης.

    Ανάφερα ότι η τροχοπέδη της λειτουργίας τoυ τμήματος σκηνοθεσίας έθετε σε κίνδυνο ματαίωσης της χορηγίας στη μνήμη του Νίκου Κούρκουλου, η οποία θα δινόταν γι’αυτό το σκοπό και συνακόλουθα έθετε σε κίνδυνο τη μεταφορά όλης της Σχολής, από την ακατάλληλη περιοχή, που στεγάζεται σήμερα, στο Σχολείο της Ειρήνης Παπά. Με τα χρήματα της χορηγίας για το τμήμα σκηνοθεσίας θα επωφελείτο όλη η Σχολή, εφόσον θα καλύπτονταν τα έξοδα των  απαιτούμενων επισκευών, της μεταφοράς και εγκατάστασης, ώστε τα νέα παιδιά να μπορούν να σπουδάζουν σε ένα χώρο, που πραγματικά θα διασφαλίζει το κύρος του Εθνικού. Αλήθεια το κύρος του Εθνικού δεν θίγεται, όταν τα νέα παιδιά σπουδάζουν σε ένα σημείο της Αθήνας,  εντελώς ακατάλληλο για την προσέλευση και την παραμονή τους, χωρίς να υπεισέρχομαι στις ανεπάρκειες και ελλείψεις υποδομών της ίδιας της κτιριακής εγκατάστασης;

    Λέτε:  «μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποια γραπτή πρόταση χορηγίας που να έχει κατατεθεί επίσημα». Αν είναι δυνατόν. Πώς επικαλείστε ότι δεν το γνωρίζετε, όταν μετά το έγγραφο του Ιδρύματος Ωνάση με την ειλημμένη απόφαση να μας χορηγήσουν με το ποσόν των 220.000 ευρώ, υπάρχει μεταξύ μας συγκεκριμένη αλληλογραφία στις αρχές Αυγούστου;

    Λέτε: « είναι μεγάλη τύχη να υπάρξουν ιδιώτες χορηγοί για το Εθνικό αλλά μέχρι σήμερα η κρατική μας σκηνή βασίζεται στο μεγαλύτερο μέρος της λειτουργίας της στο Μέγα Χορηγό στον Ελληνικό Λαό με την επιχορήγηση των 6.000.000 ευρώ που λαμβάνει από το Υπουργείο Πολιτισμού».

    Σας απαντώ: Η επιχορήγηση του κράτους μειώθηκε κατά 4.000.000 ευρώ τα τελευταία χρόνια και μετά βίας επαρκεί για τα πάγια έξοδα, όπως μισθοί κλπ. Το γνωρίζετε αυτό;

    Εξ άλλου όλες οι κρατικές υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ βασίζονται στο «Μέγα Χορηγό» Ελληνικό Λαό και όχι μόνο το Εθνικό Θέατρο.

    Οι  πολιτισμικές όμως χορηγίες ιδιωτών, εν ουδεμία περιπτώσει αναιρούν ή ανταγωνίζονται την κρατική επιχορήγηση, που κάθε Εθνικό θέατρο πολιτισμένης κοινωνίας απολαμβάνει, για να παρέχει στο λαό, εξασφαλίζοντας προσωπικό, συνεργάτες, κτίρια, εξοπλισμό κλπ, το αγαθό του Πολιτισμού και της Εκπαίδευσης, ειδικά σε μια εποχή πρωτοφανούς κρίσης, όπως αυτή που ζούμε.

    Αναφέρετε ότι: «..ο κ. Μανωλόπουλος ενημέρωσε ως εκπρόσωπος σε θέματα οικονομικής διαχείρισης, δίχως να έχει εξουσιοδοτηθεί από το Δ.Σ. και δίχως να έχει μια επίσημη οργανική θέση με το Εθνικό Θέατρο..». Σας θυμίζω λοιπόν ότι εσείς το ΔΣ με επιστολή σας στον Υπουργό ζητήσατε το διορισμό του κ. Μανωλόπουλου, πρώην Οικονομικού  Διευθυντή του Μεγάρου Μουσικής και προσώπου που χαίρει της εκτίμησης και πολλών μελών του ΔΣ, ως αναπληρωτή Διοικητικού Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου και είμαστε σε αναμονή δημοσίευσης του ΦΕΚ.  

    Συνεπώς, γιατί  άραγε  διατυπώνετε ακριβώς το ίδιο ερώτημα με τον πρώην αναπληρωτή Καλλιτεχνικό Διευθυντή κ. Χατζάκη, που έσπευσε συγχρόνως να στείλει και ο ίδιος Δελτίο Τύπου λέγοντας « υπό ποια ιδιότητα μιλάει για οικονομικά ο κ. Μανωλόπουλος» στη Συνέντευξη Τύπου, που έδωσα; Αν αυτό δεν συνιστά παραπληροφόρηση εκ μέρους σας και αν δεν συνιστά ευθεία βολή κατά του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, τότε τι συνιστά;

    Λέτε «ο κ. Μανωλόπουλος έδωσε πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση του Θεάτρου κάτι που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Προέδρου του ΔΣ» Ο κ. Μανωλόπουλος μίλησε για δύο λεπτά και αναφέρθηκε σε στοιχεία ήδη δημοσιευμένα και στη Διαύγεια, απαντώντας μόνο σε μία ερώτηση δημοσιογράφου και όταν εγώ του έδωσα το λόγο.  Δεν ήταν στις προθέσεις μου και ούτε ήταν αντικείμενο της Συνέντευξης Τύπου που παραχώρησα  να αναφερθούμε σε οικονομικά θέματα του Θεάτρου αλλά βεβαίως ουδέποτε θα μπορούσαμε να αποφύγουμε να απαντήσουμε σε μια ερώτηση δημοσιογράφου και ο κ. Μανωλόπουλος απήντησε όλως συνοπτικά σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία.

    Λέτε: «..Στη συνέντευξη Τύπου του Καλλιτεχνικού Διευθυντή δεν ήταν παρόν το Διοικητικό Συμβούλιο, γιατί ποτέ δεν προσκλήθηκαν τα μέλη του..» Κατ΄ αρχήν ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής δεν προσκαλεί τα μέλη του ΔΣ, απλά ενημερώνει, όπως και έκανα. Μάλιστα  ένα μέλος του ΔΣ απήντησε ότι δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί. Επίσης η Διευθύντρια Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου ενημέρωσε τον Πρόεδρο του ΔΣ, ως όφειλε  θεσμικά, να παρευρεθεί  λόγω και της ιδιότητάς του, ως Σκηνοθέτη της παράστασης «ΤΟ  ΠΑΝΗΓΥΡΙ», που θα παρουσιαστεί την τρέχουσα σαιζόν, όπως έγινε και με τους υπόλοιπους σκηνοθέτες των παραστάσεων του φετινού μας προγράμματος. Γιατί λοιπόν δεν ήλθατε; Η καρέκλα του Προέδρου και του Αντιπροέδρου δίπλα μου ήταν εκεί.

    Λέτε: «..αυτό που αρνήθηκε το ΔΣ είναι να επικυρώσει συμφωνίες και συμβάσεις τις οποίες εισηγήθηκε ο Διευθυντής και οι οποίες αφορούν εταιρείες υποκρυπτόμενα πρόσωπα πίσω από αυτές, υπέρογκες αμοιβές των προσώπων και φαινόμενα φοροδιαφυγής..» Μετά από τέσσερις μήνες θητείας μου ως Καλλιτεχνικού Διευθυντή και έχοντας δώσει το στίγμα μου, ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζω το δημόσιο χρήμα, έχοντας ο ίδιος προσφερθεί να εργαστώ αμισθί σε αυτή τη θέση και έχοντας δηλώσει ότι δεν θα αμειφθώ για καμία μου σκηνοθεσία στο Εθνικό Θέατρο, πως παίρνετε την ευθύνη για μια τόσο βαριά συκοφαντία που άστοχα εξαπολύσατε δημόσια, προσβάλλοντας καίρια την τιμή και την υπόληψή μου;

    Προφανώς αναφέρεστε στη σύμβαση με την εταιρεία επικοινωνίας που επέλεξα. Σχετικώς με τη  συνεργασία αυτή, υπέγραψα σύμβαση, με  το «υπέρογκο» όπως λέτε,  ποσόν των 2800 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ. Η εταιρεία αυτή  ανέλαβε τη στρατηγική επικοινωνία με την τεχνογνωσία και τους συνεργάτες της από τον Μάιο 2015, μεταξύ των οποίων η αποκλειστική  συνεργάτης  της κ. Σάσα Παπαχριστοπούλου, η οποία συνεργάζεται με την εν λόγω εταιρεία αμισθί, καθότι είναι συνταξιούχος. Η κ. Παπαχριστοπούλου έχει υπηρετήσει 17 χρόνια το Εθνικό Θέατρο με επαγγελματισμό, ακεραιότητα, ήθος και βαθιά θεωρητική και πρακτική γνώση του αντικειμένου εργασίας της και έχει βραβευτεί για τις υπηρεσίες της. Η συνεργασία μας με την εν λόγω εταιρεία, μας παρείχε τα εχέγγυα της άρτιας και υψηλού επιπέδου παροχής υπηρεσιών στην επικοινωνία και προβολή του Θεάτρου, εφόσον μεταξύ των συνεργατών της Εταιρείας συγκαταλεγόταν η κ. Παπαχριστοπούλου.

    Στην εύλογη ερώτησή σας, αν έχει τμήμα επικοινωνίας το Εθνικό Θέατρο, σας απάντησα ότι το Εθνικό Θέατρο ως Οργανισμός τεραστίων απαιτήσεων, διαθέτει μόνον έναν μόνιμο προϊστάμενο επικοινωνίας και ένα συμβασιούχο με σύμβαση ορισμένου χρόνου με ειδικότητα στην ηλεκτρονική επικοινωνία, όταν άλλοι μεγάλοι αντίστοιχοι οργανισμοί, όπως το Μέγαρο Μουσικής, η Λυρική Σκηνή, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών διαθέτουν από τέσσερις και πάνω.  Μετά από τους υπαινιγμούς σας στο Δελτίο Τύπου που στείλατε, ο νόμιμος εκπρόσωπός της εταιρείας, θεωρώντας αυτούς άκρως προσβλητικούς για το κύρος της εταιρείας του, εζήτησε με επιστολή του την άμεση λύση της μεταξύ μας σύμβασης, η οποία και έχει αναρτηθεί στη Διαύγεια, με αποτέλεσμα το Εθνικό Θέατρο να στερείται πολύτιμων υπηρεσιών προβολής και επικοινωνίας, σε μία δύσκολη και ανταγωνιστική εποχή.

    Θα ήθελα να επισημάνω ότι οι όποιες επιφυλάξεις του ΔΣ σε θέματα των οικονομικών όρων των συμβάσεων ήταν και είναι από εμένα απολύτως σεβαστές, εφόσον εξ άλλου ο βασικός ρόλος του ΔΣ είναι ο έλεγχος των οικονομικών θεμάτων. Επίσης, στους τέσσερις μήνες που συνυπάρχουμε στο Εθνικό, δεν θυμάμαι να έχουμε κάποια διαφωνία σε θέματα οικονομικών συμφωνιών. Πώς λοιπόν με τόση ευκολία με διασύρετε δημόσια με τέτοιες βαρύτατα προσβλητικές αναφορές;

    Λέτε: «..το καλλιτεχνικό κομμάτι υλοποιείται σε ένα πλαίσιο χρηστής διοίκησης και διαχείρισης με ανοικτές διαδικασίες, καθαρές συμβάσεις, δημόσιους διαγωνισμούς και προκηρύξεις θέσεων εργασίας προσωπικού..». Συμφωνώ. Για αυτό κληθήκατε, προκειμένου να ασκήσετε χρηστή διοίκηση. Ποιος ο λόγος να τονίζει κανείς το αυτονόητο;

    Όσον αφορά στην προσπάθειά σας να παρουσιάσετε το σατυρικό μου σχόλιο με αφορμή το έργο του Γ. Βέλτσου, όπως εκτενώς έχω αναφέρει στην προηγούμενη 11-9-2015 επιστολή μου (αναρτημένη στον ιστότοπο του Εθνικού, όπως αναφέρω στην αρχή) ως πρόθεσή μου παραλληλισμού του ΔΣ με τους Ναζί, θεωρώ ότι δεν έχει κανένα λογικό έρεισμα και δεν επιθυμώ να υπεισέλθω άλλο. Άλλωστε ρητά διατυπώθηκε ο σεβασμός μου προς το θεσμό και τα μέλη του ΔΣ στη Συνέντευξη Τύπου που παραχώρησα,  χωρίς καμία προσωπική αναφορά σε κανέναν από εσάς. Μην εμμένετε λοιπόν, στο να μου αποδίδετε πρόθεση εκ μέρους μου παραλληλισμού σας με τους Ναζί, προκειμένου να τεκμηριώσετε το ότι είμαι υβριστής. Δεν είμαι.

    Λέτε ότι «..λυπούμαστε  μετά από αυτό βαθύτατα, για την απαξίωση της εργασίας μας που συντελείται σε δύσκολες συνθήκες..» Αναρωτηθήκατε άραγε για την ποσότητα και την ποιότητα της δικής μου εργασίας και των συνεργατών μου, όταν ένα ΔΣ που συμμετέχετε, διαρκεί μόνο  τρεις με τέσσερις ώρες την εβδομάδα; Θέλω να πιστεύω ότι μπορείτε να εκτιμήσετε τη 12ωρη  έως και 14ωρη εργασία δική μου, του κ. Αμπαζή και των συνεργατών μου, έχοντας εγκαταλείψει οικογένεια, φίλους και οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες, προκειμένου το Εθνικό Θέατρο σε μια δύσκολη συγκυρία, με ανειλημμένο ρεπερτόριο, χιλιάδες εκκρεμότητες και χωρίς την πολυτέλεια του χρόνου, να συνεχίζει να λειτουργεί και να είναι αξιόμαχο και πρωτοπόρο.  

    Λέτε:  «Η αλαζονική συμπεριφορά και η διάθεση επιβολής θα μείνει στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου σαν δείγμα γραφής και δίψα για εξουσία του κ. Στάθη Λιβαθινού».

    Οι παραπάνω ασύστατες καταγέλαστες προσωπικές επιθέσεις εις βάρος μου, που εκτός των άλλων ως μεμονωμένες εκφράσεις παραπέμπουν σε παρωχημένες εποχές, μόνο μάθημα σεμνότητας και σοβαρότητας δεν θυμίζουν, που όπως αναφέρετε στο Δελτίο σας, έχετε δεσμευτεί να παραδίδετε. Ο βίος μου στο Θέατρο δεν είναι μόνο οι τέσσερις μήνες μαζί σας. Αυτό  που εσείς ονομάζετε αλαζονεία εγώ το λέω υπερηφάνεια. Υπερασπίζομαι το καλλιτεχνικό μου έργο και τα πιστεύω μου ανυποχώρητα και μέχρι τέλους. Είναι τραγελαφικό όταν οι εισηγήσεις μου για τη λήψη εκ μέρους σας ωφέλιμων αποφάσεων, αντιμετωπίζονται από εσάς, με φράσεις όπως δίψα για εξουσία και διάθεση (!) επιβολής.

    Δηλώνω λοιπόν κατηγορηματικά προς κάθε κατεύθυνση για την αποκατάσταση της αλήθειας,  ότι όσα έχω πράξει και εισηγηθεί προς το ΔΣ, από την έναρξη της θητείας μου μέχρι σήμερα,  ανάγονται αυστηρά στα καθήκοντα του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, σύμφωνα με την απόφαση του διορισμού μου και την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία. Και χωρίς καμία παρέκκλιση, αταλάντευτα, με την ίδια προσήλωση και αίσθημα ευθύνης, θα υπερασπίσω στο μέλλον, όσο διαρκέσει η θητεία μου, το θεσμό που εκπροσωπώ, ώστε το Εθνικό Θέατρο, κορυφαίος θεσμός τόσο στη χώρα μας, όσο αντίστοιχα και σε κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να παραμείνει αντάξιο των προσδοκιών του κοινού μας και του καλλιτεχνικού κόσμου.

    Παρ΄όλες τις ασύστατες αυτές επιθέσεις, θα ήθελα να γνωρίζετε ότι τιμώ τον καθένα σας προσωπικά και σέβομαι το θεσμικό του ρόλο. Είναι όμως αναφαίρετο δικαίωμα μου να αποφασίζω, όπου μου δίνει ο νόμος το δικαίωμα, για την καλλιτεχνική πορεία του Θεάτρου, να εισηγούμαι καίριες τομές για τη λειτουργία του και τη λειτουργία της Σχολής του και να πληροφορώ δημόσια το κοινό, όταν βλέπω ότι χάνονται τεράστιες ευκαιρίες από αναβλητικότητα ή γραφειοκρατία, ευκαιρίες που θα μπορούσαν να δώσουν τεράστια ώθηση στο Εθνικό Θέατρο,  ώστε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του 21ου αιώνα.
                                                              
    Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου

    Στάθης Λιβαθινός

    Υ.Γ.
    Στην photo gallery, (πάνω δεξιά) ένα μικρό ενθύμιο